Written Work - Poetry

 

1. Poems from his diaries

 

2. Poetry From Lykostratos (1993)


Τρία ποιήματα αναφέρονται στην Μ.Π
(Εννοεί την Maya Plisetskaya)
( O Ν. Οικονόμου σχεδόν 16 χρονών )
13/4/1970

Περπατώ στους δρόμους
Αέρας δυνατός δέρνει το πρόσωπο μου
Η βροχή μ' έκανε μούσκεμα
Κανείς δεν βλέπει τα δάκρυα που τρέχουν
Ανακατεύονται με τη βροχή
Μόνο 'συ που βλέπεις τα μάτια μου
Το κατάλαβες
Τα μάτια μου είναι κόκκινα
Κλαίω , κλαίω
Μα δεν ξελαφρώνω όπως πάντα
Τώρα όλο και πιο πολύ βαραίνω
Συ περπατάς δίπλα μου
Μα είμαι μόνος
Έζησα τόσα χρόνια για να το καταλάβω
Τώρα !
Τώρα το κατάλαβα
Πάντα άνθρωποι τριγύρω μου
Μα πάντα ήμουν μόνος
Τώρα το κατάλαβα
Γι' αυτό κλαίω
Περπατώ δίπλα σου
Δεν είσαι μόνη
Περπατάς δίπλα μου
Μα είμαι μόνος
Μοναδική μου συντροφιά
Ο άνεμος και η βροχή
Κι 'αυτοί δεν μ' αγαπούν
Με δέρνουν συνεχώς
Ένας άνθρωπος μόνος,
Είναι τίποτα
Και 'γω είμαι μόνος'''


29/4/1970
Κι αν μπορέσω να σε φτάσω
Θα πετάσω
Θα σε βρω εκεί ψηλά
Χαμηλά
Είμαι ΄γω τώρα
Ώρα
Έχει περάσει
Έχει βραδιάσει
Κι ακόμα είμαι εγώ
Εδώ


24/5/1970


Σαν στον ύπνο μου
ήρθε η αγάπη
ήρθε σκληρή και άκαρδη
για να μου φέρει
την απελπισία την απαισιοδοξία
και ο έρωτας σαν από κακία
μου τρυπά όχι την καρδία
Μα το νου
Αυτός έφερε την σκιά σου
κοντά μου
Γιατί μόνο τη σκιά σου μπορώ
να βλέπω
Είσαι πιο ψηλά από μένα
Δύσκολο να σ' φτάσω
Πρέπει ν' ανεβώ και 'γω
Στην κορυφή της δόξα σου
Είναι δύσκολο σχεδόν ακατόρθωτο
Κι αν ανεβώ θα είναι ήδη αργά
διότι θα είσαι πια γιαγιά
Και ήρθε τώρα κι άλλος θεός
ο πόθος και μπήκε μέσα μου
αυτός είναι ο πιο δυνατός
και φωλιάζουν τώρα μέσα μου
τρεις θεοί τρεις δαιμόνοι
Ο πόθος ο έρωτας και η αγάπη
και η απελπισία πετάει από πάνω μου
δάκρυα γεμίζουν τα μάτια μου
σε ικετεύω
Κατέβα λιγάκι απ' της δόξας σου
την κορυφή
Κατέβα να με συναντήσεις
θα με βρεις στο πρώτο σκαλοπάτι
της σκάλας που εσύ από καιρό ανέβηκες
Ελπίδα δεν έχω πως θα 'ρτης
Μα θα σε περιμένω'''''''..



Δεν ξέρω ούτε τ' όνομα σου
Πρώτη μου αγάπη μακρινή
όμως μ' ακολουθά η ματιά σου
σαν μια σκιά χιμαιρική

Φθινόπωρο ήταν σαν και τώρα
ήθελα κάτι να σου πώ
όμως σ' απόδιωξε μια μπόρα
Και δεν μπορώ πια να σε βρω

Πολλές αγάπες θα γνωρίσεις
μες τη ζωή τρελή καρδιά
τις πιο πολλές θα λησμονήσεις
μετά την πρώτη τη βραδιά

Όμως η πρώτη αγάπη αλήθεια
όσες αγάπες κι αν θα βρεις
μένει βαθεία μέσα στα στήθια
και να την διώξεις δεν μπορείς

Δεν ξέρω ούτε τη φωνή σου
χλωμή μου αγάπη μακρινή
μέσα μου πέτρωσε η μορφή σου
θύμηση που με τυραννεί

Φθινόπωρο ήταν σαν και τώρα
μα πριν προφτάσω να σου πω
σε πήρε αγάπη μου μια μπόρα
μα πάντα εγώ θα σ΄αγαπώ



Εικόνες από τη Γερμανία του 1977

Αγαπάτε τους σκύλους!

Αγαπητέ φίλε! Σου γράφω για να σου πω πως σήμερα σκοτώθηκε το παιδάκι της πόλης σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.
Θ''''''''''

Ο σκύλος κατούρησε
'''''''''''

Η Εργάτρια ψόφησε στο διαμέρισμα της σε ηλικία 55 χρονών. Από υπερκόπωση και νοσταλγία για την πατρίδα. Ήταν και γεροντοκόρη.
'''''''''''

Ο σκύλος μύρισε την σκύλα
'''''''''''

Ο Γιάννης πάλι μεθυσμένος! Η γυναίκα του γκρινιάζει σαν μηχανή αγροτικού Ι.Χ. και αυτός τα πίνει στο μαγαζί του Ερμή.
'''''''''''

Η κυρία φίλησε το σκυλάκι και είπε: Αχ χρυσό μου
'''''''''''

Ο Βαγγέλης αρρώστησε! Ήταν που ήταν κατσούφης τον τελευταίο καιρό. Τον 'δίωξαν και απ' τη φάμπρικα. Πίσω στην πατρίδα τον κυνηγά η εφορία. Του πήραμε εφημερίδες.
'''''''''''

Μέσα από το τζάμι της Μερσεντές ένα σκυλάκι κοιτούσε αθώα
'''''''''''

Σήμερα είχαμε λιακάδα. Η Μαρία η Ελένη ο Γιώργος ο Τάσος και γω μαζί με όλα τα παιδιά βγήκαμε περίπατο. Η γριά μου είναι άρρωστη μου γράφει ο γέρος. Ο Κωστάκης παίζει μπάλα μαζί με τον Τάκη. Μια γριά τους θύμωσε. Πρέπει να πάω στην Ελλάδα να δω την γριά μου. Τα χρόνια περνούν. Θα 'θελα και γω να παίξω φουτμπόλ. Άναψα ένα τσιγάρο με τον χρυσό αναπτήρα που μου χάρισε το αφεντικό όταν γλίτωσα απ' το θάνατο τους δυο εργάτες του εργοστασίου.
''''''''''

Η σκυλίτσα φοράει κορδελίτσα
''''''''''

Ο Κώστας έχει συνδικαλιστική συγκέντρωση στο σπίτι του. Ήπιανε δυο μπουκάλια ούζο. Τα τσιγάρα ήταν Γερμανικά.
''''''''''

Ο σκύλος ζευγάρωσε με την σκυλίτσα αδιάντροπα μπροστά στα μάτια σκύλων και ανθρώπων. Το μοναδικό μωρό που βρισκόταν στο πάρκο ήταν νεογέννητο και ούτε έβλεπε ούτε άκουγε. Η κυρία της σκυλίτσας πήρε τον κύριο του σκύλου στο δικαστήριο.
''''''''''

Αύριο πρέπει να πάω να στείλω το μηνιάτικο των γέρων
''''''''''

Αγαπάτε τους σκύλους

Τρίτη 8 / Φεβρ. / 1977



Μπορείς να σκουπίσεις το στόμα σου
Οι μαλακίες εγωκεντρικού ανθρώπου
Ποιον ενδιαφέρουν
Ο Σαντάμ και τα αέρια
Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ χα χα
Τα παιδάκια πεθαίνουν καλύτερα έτσι
Ο ταξικός αγώνας και οι μικροαστοί διανοούμενοι
Τι γελοία κατάσταση
Εμάθαμε το κόσμο λάθος
Και αυτό που κατηγορούμε
Είναι αυτό που είμαστε
Φαύλος κύκλος της αδυναμίας
Πότε θα φυτρώσουν τα φασόλια
Πότε θα καθαρίσουμε τους βόθρους του εαυτού μας;
Πότε θα κάνουμε τη γυναίκα εύκαρπη χωρίς πορνοταινίες;
Πότε θα πούμε γεια χαρά αέρα γης και ήχος;
Πότε θα πάψουμε να σκεφτόμαστε πως πίσω από κάποιο
Δέντρο υπάρχει ένα άλλα που είναι εντελώς διαφορετικό.



Όλες οι μετριότητες κερδίζουν την αυτοπεποίθηση τους χρησιμοποιόντας τα μέσα του συστήματος σε μιαν εποχή της παρακμής. Σε άλλες εποχές γίνεται το αντίθετο, οι ταλαντούχοι χρησιμοποιούν τα μέσα του συστήματος για να φέρουν καλύτερα αποτελέσματα.

Πρέπει να είναι κανείς πολύ αφελείς όπως τον Μότζαρντ για να είναι σε θέση να δημιουργεί μια τέτοια ομορφιά σ΄ένα κόσμο ασχήμιας. Το αίσθημα του όμορφου είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Δηλαδή όταν ο άνθρωπος παραμένει στα πλαίσια των φυσικών του αναγκών και εδώ εννοούμεν ανθρώπινων αναγκών, τότε μπορεί παραγνωρίζοντας τον εξωτερικό του περίγυρο που είναι άσχημος να εκφράσει αυτές τις ανάγκες της καλλιτεχνικής ομορφιάς. Διότι η τέχνη δεν είναι τίποτε παραπάνω από την αρμονική σύμπτυξη της κολεκτιβιστικής εμπειρίας.



Παλιοί μου φίλοι
όσο και να σας αγαπώ
Έχετε αλλάξει και είμαι μακριά σας
Μα όσο κι αν ξέρω πως είστε μακριά
Τα λόγια αυτά θα 'ρθούν κοντά σας
καλή κουζίνα και ταξιδιωτικές επιταγές
Διακοπές στην Ιταλία
πράσινα λιβάδια χωριάτικα σαλέ
Διακοπές στην Ελβετία
καληνύχτα φίλοι μου

Παλιέ μου φίλε
Έχεις αρχίσει να γερνάς
Μοιάζεις λιγάκι της γιαγιά σου
Όπως και αυτή, λες παραμύθια στα παιδιά
Σαν καθαρίζεις τα γυαλιά σου
Διαμαρτυρίες μαγικές, αναρχικές,
Με κάποια υπαρξιακή αγωνία.
Καλό κοστούμι και συγκεντρώσεις κοσμικές
Βαριεστιμάρα και αηδία.

Παλιέ μου φίλε καμιά φορά
Σαν κάθεσαι τα βράδια
Μήπως φαντάσματα παλιά
Σε κυνηγούνε άγρια
Εγώ γι αυτό σου τραγουδώ
θέλω να το πιστέψεις
Για ν' έχεις ύπνο απαλό
Μετά απ' αυτές τις λέξεις
Καληνύχτα



Ντρέπομαι διότι αυτά που λέγω, αυτά που λέγουν πολλοί
Είναι σήμα ανημποριάς
Γι αυτό θαυμάζουμε το Χριστό που σταυρώθηκε
Γιατί τότε δεν αγαπούμε τους σταυρωτήδες
Ντρέπομαι για τις υπαρξιακές μου αγωνίες
Ντρέπομαι για μένα και για σας που βολευτήκαμε
Ντρέπομαι για τον Βάρναλη, Λένιν, Τρότσκι, ''.
Ντρέπομαι για τον άνθρωπο που κατάλαβε και δεν υπερπηδά
Τις δικές του 'μικροαστικές παρεκκλίσεις'
Ντρέπομαι για μένα (χάνω το νήμα στο αεροπλάνο)
Ντρέπομαι για αυτούς που μιλούν εκ του ασφαλούς
Ντρέπομαι για αυτούς που ζουν εις βάρος των άλλων



Ο εαυτός μας είναι άσχετος με την πραγματικότητα.
Είμαι άσχετος λοιπόν.
Αυτό οδηγεί στην αυταπάρνηση.
Η αυταπάρνηση οδηγεί στην νοσταλγία
Αλλά τι νοσταλγούμε;
Την αρχή.
Δηλαδή τη μήτρα της μητέρας μας.
Δηλαδή την ανυπαρξία.
Ο θάνατος δηλαδή
το μέλλον του παρελθόντος
Αλλά αυτή η ελευθερία
πως μπορεί να κριθεί
στο κρεβάτι του Προκρούστη;
Έχουμε τα πόδια στο χώμα
Και το κεφάλι πάνω απ' τα σύννεφα.


I
Πόλεμος

Πολεμούν τα όπλα
Πολεμούν τα κορμιά
Πολεμούν τα πνεύματα
Πολεμούν οι άνθρωποι
Για να μοιράσουν τι! πολεμούν
Μήπως για τον ήλιο και τη θάλασσα
Μήπως για τα βουνά και της πεδιάδες
Χύνεται το αίμα σαν μελάνι
Μ' αυτό υπογράφουν της τραπεζιτικές επιταγές


Ελεημοσύνη

Γυρίζει τους δρόμους ο ζητιάνος
Αγάπη, Αγάπη φωνάζει
Δώστε μου λίγη αγάπη
Μα κανείς δεν του δίνει
Μήπως ζητιάνοι δεν είμαστε όλοι
Για να δώσεις αγάπη πρέπει να 'χεις
Πρέπει να 'χεις αρκετή για τον εαυτό σου
Να 'χεις και για τους άλλους
Όλοι μας είμαστε ζητιάνοι
Δεν μπορούμε να δώσουμε αγάπη
μα ούτε και να πάρουμε.



Στιγμή

Περνά και τώρα μια στιγμή
Περνά στιγμή και δεν επιστρέφει
Μα ο άνθρωπος πάντα πιστεύει
Πιστεύει στην Μεγάλη ΣΤΙΓΜΗ
Κάποτε κι αυτή θα φτάσει
Τη δύναμη σα φωτιά θα ξεράσει
Τα παλιά όλα θα κάψει
Θα φέρει τα καινούργια
Περνώ και 'γω τώρα μια στιγμή
Περνώ στιγμή που δεν επιστρέφει
Την περνώ προσμένοντας
Προσμένοντας την ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΙΓΜΗ !



ΣΕΛ 5

Χρόνος : δέκατος τέταρτος
Τοποθεσία : άγνωστη
ώρα : δυο και εικοσιδύο
(Μετά τα μεσάνυκτα)
Τοπίο : Ένα γυάλινο γραφείο
Chess, computer, φωτογραφική
τσιγάρα, σταχτοδοχείο πρόχειρο
(πρώην μπουκαλάκι γιαουρτιού)
Έξω η κυανή ακτή
Δεξιά έξω από το παράθυρο
οι κήποι , οι κισσοί , οι κολώνες
το σπιτάκι
Αριστερά μαρμαρένιο πάτωμα
Μέχρι την κουζίνα
Η ζωή αλλάζει
Σάμπως και βλέπω κεραυνούς
Σε μια νύχτα γεμάτη άστρα

Τα κομμένα κεφάλια της Αντίστασης
Φωτίζουνε σαν λάμπες
Ανάμεσα σε λάμπες στύλ, πολυτελείας κ.τ.λ
Άρη Βελουχιώτη τι δουλεία έχεις εσύ
Στο Μόντε Κάρλο;


Τα κομμένα κεφάλια της Αντίστασης



Θυμάσαι τα τούρκικα σοκάκια ΣΕΛ : 173
Της μικρής μου πόλης που μυρίζει
Λεμονανθούς και πορτοκάλια;
Θυμάσαι τη γριά τουρκάλα που
Μας αγκάλιαζε με το βλέμμα της αλλά
Χωρίς δραματικότητα
Θυμάσαι τότε πού περπατούσαμε
Αγκαλιασμένοι και γράφαμε μέ το
Δάκτυλο στη πλάτη Σ΄αγαπώ
Θυμάσαι πού ονειρευόμαστε κόκκινα κεράσια
Σ΄ένα ολόασπρο δωμάτιο
Θυμάσαι τη μικρή μου πόλη
Πόσο ζεστοί μας κρατούσε μες την αγκαλιά της
Θυμάσαι τα αυτοκίνητα που μας προσπερνούσαν
Καθώς περπατούσαμε;
Θυμάσαι πόσο σ΄αγαπούσα;
Θυμάσαι πόσο μ΄αγαπούσες;
Θυμάσαι τη μικρή μου πόλη
Με το ζεστό και φιλικά διατεθειμένο ήλιο
Και το βρεμένο μυρωδάτο χώμα;
Θυμάσαι τη θάλασσα που μας περικύκλωνε
Κάνοντας μας ένα νησί αγάπης;
Θυμάσαι τα παιδιά που ήταν στρατιώτες
Και παίζαν κιθάρα.
Καθώς εμείς κρατούσαμε τα προσχήματα
Λαμβάνοντας μέρος στη συζήτηση.
Θυμάσαι τις οικογενειακές βόλτες με το αυτοκίνητο
Όπου καθισμένο στριμωγμένοι στο πίσω κάθισμα
Κάναμε έρωτα με τα μάτια;
Θυμάσαι τότε που αγαπηθήκαμε για πρώτη φορά
Κάτω από τους προβολείς της αστυνομίας;
Θυμάσαι πως κρύψαμε τα ίχνη της αγάπης μας
Τρώγοντας από ένα μανταρίνι;

Θυμάσαι τα τούρκικα σοκάκια'


1/1/1992
Πώς να γράφεις μουσική, πώς να γράφεις
οτιδήποτε άμα δεν έχεις για ποιόν να τα γράφεις ;



Αυτοί που δρουν χωρίς να σκέφτονται είναι ζώα
Αυτοί που σκέφτονται χωρίς να δρουν είναι παρακμιακοί
Που είναι η σύνθεση που ζητούσαμε;


Ο ουρανός είναι γαλανός
και ο ήλιος φωτίζει το γκρίζο
Την γκρίζα ζωή των παραπόνων
και τον ανεκπλήρωτων πόθων


Μήπως μαζί με την κόκκινη σημαία
(της σοβιετίας) που κατεβάστηκε από το τρούλο
του Κρεμλίνου πέθανε ο χριστιανισμός;


Βλέπω μόνο ερωτήματα, και παρόλο που
ξέρω τις απαντήσεις δεν τολμώ να τις διατυπώσω


Είναι ένας νέος ατέλειωτος κόσμος με δικούς
του νόμους. Κι αν δεν σε έχω μαζί μου γυναίκα
ποτέ δεν θα μπορέσω να τον διαβώ, διότι έτυχε
να μην μπορώ να διαβώ την έρημο χωρίς νερό
όπως ορισμένες καμήλες που το φυλάγουν στη
καμπούρα τους.


Είναι ένας κόσμος ατελείωτος
Δεν είναι νέος, δεν είναι γέρος
Αν υπήρχε χρόνος
καλά μας τρώει ο κρόνος
 


Το γκρίζο είναι χρώμα
Που κανενός δεν αρέσει
Τα γαλάζια, τα πράσινα, κόκκινα, κίτρινα ''
Το ουράνιο τόξο μετά τη βροχή ''
Στο βενζινάδικο στέκει ορθός
Ένας μικρός
Η στολή είναι πράσινη με λίγες λίγδες λαδιού
Ο ουρανός είναι γκρίζος σαν τρέχει βενζίνα
γκρίζα κι αυτή
στην κυανή ακτή

Τ' αυτοκίνητα τρέχουν,
χρωματιστά μυρμήγκια.
Γκρίζοι, οι επιβάτες, Ω πόσο γκρίζοι
Η μια ή η άλλη, ή ο άλλος νομίζει
πως μια στάλα θάλασσα ή ουρανός
τους γεμίζει.

Γκρίζοι είμαστε όλοι και γι αυτό επιζούμε
Δίχως να ξέρουμε ακριβώς τι ζητούμε

Αν όμως έχουμε τα χρώματα όλης της φύσης
Και έρθεις εσύ αέρα πατέρα νότια βόρια
να φυσήσεις

θα σκορπιστούμε
Θα χαθούμε
Και πάλι θα συναρμολογηθούμε

Το γκρίζο θα μείνει
Θα επιμείνει
Πάντα θα νικά
(Επειδή πεινά)



Η παρακμή είναι έννοια σχετική
Αν παρακμάζει σε μας η ζωοδική μας φύση
Μπορεί να ακμάζει ταυτόχρονα η ανθρώπινη
Μα το ζώο κλοτσά ξέρει γερά να βαστά
Ξεριζώνει τα δέντρα τα νερά τα λερώνει
Γιατί τον τέλειο χαμό του μόνο δεν θέλει να τον πληρώνει
Λύκος με λύκο όμοιος είναι
Αλλά άνθρωπος με άνθρωπο;''
Ίσως εκεί να λανθάνετε ο φίλος ο Καντ
Που την ηθική απορρίπτει ο Σαντ
Αλλά αν ο άνθρωπος είναι ακόμη ζώο
Και αυτό τον βολεύει
Γιατί όχι να μην διαλύει τις ελπίδες του ανθρώπου
Με την ανθρώπινη του διάνοια φυσικά
Το ζώο επικαλείται την ανθρώπινη του φύση
Για να ��ην προσβάλει και να την διαλύσει
Κι αν δεν έχουμε τώρα μαμμή
Είναι διότι βρισκόμαστε σε παρακμή



Δεν ξέρω που βρίσκομαι, δεν ξέρω πια τι είμαι, δεν ξέρω πια τι κάνω. Πάντα μεταξύ παγωνιάς και φωτιάς, δεν μπορώ να ησυχάσω. Κάθε γυναίκα με κάνει ν' αλλάζω χρώματα και κάνει την καρδιά μου να τρέμει. Όταν μιλούν για αγάπη, γίνουμε ανάστατος και τα μάγουλα μου καίνε. Αχ και παρ' όλα αυτά που μου συμβαίνουν, κάτι μ' αναγκάζει να μιλώ για αγάπη. Μια πεθυμιά που ούτε καν μπορώ να εξηγήσω. Μιλώ για την αγάπη στο ξύπνιο μου, μιλώ για την αγάπη στον ύπνο μου, μιλώ για την αγάπη στα βουνά, στα λουλούδια, στο χορτάρι, στην ηχώ, στον αέρα, στον άνεμο ' που παίζοντας μάταιες νότες τις διώχνει μακριά. Και κανείς να μην θέλει να μ' ακούσει, μιλώ για την αγάπη με τον εαυτό μου.



Είδα κάποιον άγγελο
δεκατεσσάρων χρόνων
ατέλειωτα μπλε μάτια.
Μπαίνω μέσα τους
Και μ' οδηγούν
στην πατρίδα
θα μπορούσα να μπω
Μέσα στα μάτια σου
Άγγελε μου και ν' αναχωρήσω
Για πάντα
Αλλά τι θα κάνεις εσύ
Οι άγγελοι δεν είναι πάντα
για να χάνονται
θα μείνω δίπλα σου
δεν θα πάθεις τίποτα
κι όλο το άπλετο φως σου
θα χα'#948;έψει τα πάντα



Φίλε μου,


Αρχίζω να σου γράφω γιατί έχει πολύ καιρό να σου πω τις σκέψεις μου, και να που βγήκα απ' τη συνήθεια και οι λέξεις έρχονται με δυσκολία. Ακούσαμε τόσα και τόσα, είπαμε άλλα τόσα και όμως '. τώρα, προσπαθώντας να κολλήσω τα κομμάτια δεν ξέρω από που να αρχίσω, δεν ξέρω τι ύφος να πάρω, τι ύφος να αναπτύξω, δεν ξέρω πιο μέρος του μωσαϊκού είναι το πρώτο να μπει για να κολλήσουν όλα πιο εύκολα. Το μόνο που ξέρω είναι τι απεικονίζει το μωσαϊκό. Σ' αγαπώ! Αυτό λέει. Όταν σ' αγαπώ υπάρχω, και όταν υπάρχω είμαι άνθρωπος. Διαφορετικά τι είμαι. Τι είσαι; Με λίγα λόγια ή μάλλον με πολλά λόγια (για να πω το ίδιο), προς τι η φιλοσοφία, προς τι η χημεία, η φυσική, η βιολογία, η ιστορία, η κοινωνιολογία, προς τι η διαλεχτική ψυχολογία, η επιστημονική τέχνη, η ψυχολογική βιολογία, προς τι η καλλιτεχνική πολιτική οικονομία, η οικονομική τέχνη, η χημική διαλεκτική, προς τι η επαναστατική φυσική, η φιλοσοφική πολιτική, προς τι η βιολογικοψυχολογική ιστορική διαλεκτική, προς τι η θεωρητική επανάσταση (αρχίζω να μπερδεύομαι, μα πρέπει να συνεχίσω) προς τι η ιστορική ιστορία, η καλλιτεχνική τέχνη, η βιολογική βιολογία, η κοινωνική κοινωνιολογία, η διαλεκτική διαλεκτική κ.τ.λ. κ.τ.λ., και τέλος προς τι η επανάσταση αν όχι για να σε βρω. Και όμως, είσαι δίπλα μου. Εντελώς κοντά μου. Τρώμε στο ίδιο τραπέζι, παίζουμε στο ίδιο πιάνο, διαβάζουμε τα ίδια βιβλία, ακούμε την ίδια μουσική, αναπνέουμε τον ίδιο αέρα, βλέπουμε τον ίδιο ήλιο και το ίδιο φεγγάρι (δεν έχει σχέση νύχτα ή μέρα), ζούμε στην ίδια γη.
Αφού τώρα ξέρουμε τι μας ενώνει, γιατί δεν θέλουμε να ξέρουμε τι μας χωρίζει;



Κοσμοφασμαγορία
Αφιερώνεται στη
Ι μνήμη του Schumann

Έχω βαρεθεί τα όμορφα λόγια
Είναι ντροπή σκεπασμένα με βελούδο
Μια κόψη σπαθιού'' μα και τι άλλο
μπορεί να συντρίψει χιλιάδες λουλούδια
και ωραία τραγούδια μοιράζονται
τριαντάφυλλα κρίνοι'''..
Ω! Μυστική θεωρία ανούσια χώρα
Βαθιά δυστυχία της ώριμης ώρας
Πιστοί της νηστείας και λόγχες του μίσους
Στις δέκα το βράδυ μιλάς για αγάπη
Της σάρκας του μύθου
Ω! πονεμένε μου καρδιοτρίφτη
Της άγονης σου καρδιάς τα πέταλα
Σαν φτερά πουλιού μαδάς
Ανόρεχτη μιλιά του σκότους
Και του ουράνιου τόξου
Απ' του φρενοκομείου τα σίδερα φωνάζουν
Σε καλώ για αναμέτρηση
Φυγάς της δόξας και της λατρείας
Στάθηκες πίσω μη μπορώντας
μια καρδιά να κατακτήσεις
και χωσμένος στην τρύπα σου
τραγουδάς το ίδιο τραγούδι
'Φύσα αγέρα, φύσα αγέρα'
Κρανία θλίψεως και μαζικής καταπιέσεως
Χα! Χα! Μικρές ποσότητες οινοπνεύματος
Πικρά σταφύλια ιδρώτα στο μέτωπο
Κάποιου λερωμένου εργάτη
Ποντικοφωλιές ζώνουν τον κήπο και τρέμει
μια ματιά πνιγμένη
Φωτιές της μοίρας κουτσοπίνουν
Πετρέλαια και άλλα υγρά.
Ω! Ροκφέλλερ'''''



ΙΙΙ

Σιγά!......... Σιγά!......... Σιγά!...........
Τσςςςςς''..Τσσσσς'''. Σιγά
Μην ξυπνήσουμε αισθήματα πάθη.
Στητό το κερί τρεμάμενο δίνει
Μια φλόγα πικρή λερωμένη λεπρή
Μια πέτρινη φλόγα ντυμένη στο γκρίζο.
Σιγά'''Σιγά. Τσςςς''''

ΕΚΕΙ όπου κάποια καρδιά σπαράζει
σφιχτή απ' το κλάμα και το μοιρολόι
Σαν μια παλάμη ανοίγει και βγαίνει
Από μέσα μια προσευχή.
Τσς'' τσς''' Σιγά
Η νύχτα σκεπάζει τη πέτρινη πόλη
Μόνο δυο τρία κρεβάτια συνεχίζουν να τρίζουν
Δύο τρία τσιγάρα κοιτούν το ταβάνι
Οι κάλτσες πεσμένες δίπλα στα παπούτσια
Εκεί όπου η καρδιά κλαίει
Μικρή η φλογίτσα ζεσταίνει με αγάπη
Και δίπλα η γιαγιά τα γυαλιά της φοράει
Τσσς'''..Σιγά!.................
Το μωρό δεν ξυπνάει. Είναι σαν πεθαμένο
Σιγά ''''..



Ωραία είναι η πόλη αυτή.
Τα παμπάλαια σπίτια με τους κισσούς
Οι κολόνες π' άντεξαν του καιρού τα σπαθιά
Θυμίζοντας μας πως όλα είναι μια συνέχεια
Ο ήλιος που τα φωτίζει όλα αυτά
δημιουργώντας χιλιάδες παιγνίδια με τις σκιές
και τα χρώματα
Και γω σε ξαναβρίσκω μέσα στο γκρίζο
Εκεί που για χρόνια κάθεσαι να κρυφτής
απ' τη βροχή
Έστω κι αν βγαίνεις έξω, πολλές φορές
δίχως αδιάβροχο



3. Excerpts from Bromolaos

Τα σπουδαία πράγματα είναι απλά

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα (παραμύθι) Βρωμόλαος που ο ίδιος έδωσε στην Καίτη Ρωμανού

Ο Όπερος, άρχοντας τής πόλης Λάλας, έχει την έγνοια τής κόρης του τής Άριας. Δεν τούχει καθόλου μοιάσει στην ευγενή μεγάλη αγάπη του για τις τέχνες και είναι και ανύπαντρη. Μηνύει λοιπόν στους υπηκόους του πώς όποιος την κάνει ν' αγαπήσει τις τέχνες, θα τού δώσει το χέρι της και τη θέση τού Πολιτιστικού Διευθυντή τής Λόλας. Γιατί μέχρι τώρα κανείς, ούτε ο διανοούμενος Ντιαβολίσιμο, ούτε ο συνθέτης Τρίκ, ούτε ο Στόπερ ' που κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί ακούει έναν δίσκο τού Οδοντόπαστου και σηκώνεται έτσι σε ανώτερες σφαίρες... ' ούτε ακόμη η χειραφετημένη καλλιτεχνική πρακτορίνα Δρωττίλα μπόρεσαν να κάνουν την Άρια ν' αγαπήσει τις τέχνες κι ο Όπερος ντρέπεται γι αυτό.

Τυχαία ένα βράδυ στην ταβέρνα Καλύβα, η Άρια γνώρισε τον φορτηγατζή Ευαπούλα και τον Βρωμόλαο, έναν χωριάτη, που τής φάνηκε ωστόσο συμπαθητικός, και όπως δεν είχε πού να μείνει στη Λόλα, τού έδωσε την διεύθυνση της.

Πηγαίνοντας το βράδυ σπίτι της ο Βρωμόλαος συναντά τον παλιό καλό του φίλο Χίρνεμ, πού τού χαρίζει έναν δίσκο με την 7η Συμφωνία τού Μπετόβεν. Στο τέλος μιας σχετικής συζήτησης ο Βρωμόλαος λέει:

'Χίρνεμ, έχω μια ερώτηση: η τέχνη είναι προοδευτικό ή αντιδραστικό στοιχείο στη ζωή;

-Αγαπητέ μου φίλε, είπε ο Χίρνεμ, η τέχνη είναι ό,τι πιο ωραίο υπάρχει στη ζωή, εκτός βέβαια από την ίδια τη ζωή. Το κακό είναι ότι ως τώρα την απολαμβάνουν άνθρωποι πού δεν είναι σε θέση να την απολαύσουν (...) Στις συζητήσεις τους μεγαλοποιούν την τέχνη τόσο, πού τής μειώνουν την αξία της και το μέγεθος της, ξεκινώντας πώς τα πιο σπουδαία πράγματα είναι απλά, τόσο απλά, που μπορείς να τα πιάσεις με τα χέρια σου, να τα νιώσεις με την καρδιά σου, ή ακόμη και με την κοιλιά σου... Δυστυχώς όμως αυτοί πού έχουν την εξουσία στα χέρια και αυτοονομάζονται - όχι χωρίς αλαζονική υπερηφάνεια ' άρχουσα τάξη, κλειδώνουν την τέχνη (...) Όταν όμως μια μέρα το σκάσει από τα κυβερνητικά κτίρια και φτάσει σ' όλους τους ανθρώπους, θα πάρει ένα τελείως διαφορετικό σχήμα. Αντί να είναι ένα ξένο σώμα, το οποίο μπορούμε να περιεργαστούμε και να σχολιάσουμε, θα ενσωματωθεί μέσα στην ίδια τη ζωή μας, κάνοντας την πιο πλούσια, πιο όμορφη, πιο ζωντανή και πιο ανθρώπινη! Από τη στιγμή πού θα συμβεί αυτό, θα είναι γελοίο να ονομάζουμε την τέχνη προοδευτική ή αντιδραστική, εφόσον θα είναι η ίδια η ζωή'.

Στο πολυτελές δωμάτιο της Άριας και μετά ένα μπάνιο που θεωρούσε περιττό, αλλά πολύ τον ξαλάφρωσε, ο Βρωμόλαος έβαλε από περιέργεια τον δίσ��ο του Χίρ��εμ στο πικάπ.

Η μουσική τούς παρέσυρε σ' έναν απελευθερωμένο, ευτυχισμένο έρωτα. Τούς αποκάλυψε τον έναν στον άλλο, τον εαυτό τους και τον πραγματικό Μπετόβεν:

'Η Άρια φαινόταν απότομα ευτυχισμένη (...)

-Ο πατέρας μου δεν είναι μόνο υποχρεωμένος να με δώσει σ' εσένα για γυναίκα σου, αλλά και να σε κάνει πολιτιστικό διευθυντή τής Λόλας.

-Πολιτιστικό διευθυντή! Τι είναι πάλι τούτο;

-Αχ αγάπη μου (...) Λοιπόν, μάθε πως πολιτιστικός διευθυντής είναι ο άνθρωπος πού... Για τήν αλήθεια, δεν ξέρω καλά καλά τι κάνει ο πολιτιστικός διευθυντής, τουλάχιστον αυτός που έχουμε τώρα. Αλλά ένα πράγμα μπορώ να σου πω. Όταν γίνεις εσύ πολιτιστικός διευθυντής μπορείς να ανατρέψεις όλη αυτή την κατάσταση με τις τέχνες πού δημιούργησαν αυτοί οι ηλίθιοι...'

Πριν πάνε στον μπαμπά να τού πούνε τα χαρούμενα νέα ο Βρωμόλαος και η Άρις κατεβαίνουν στο γωνιακό 'καφέ' για μπρέκφαστ. Συναντούν τον φορτηγατζή Ευαπούλα... στον οποίο εμπιστεύονται τα νέα και ο Ευαπούλας ρεαλιστής προσπαθεί να προσγειώσει τον Βρωμόλαο σχετικά με τις φιλοδοξίες του για την καινούργια του θέση:

'Οι τέχνες και γενικά οι γνώσεις είναι ένας τεράστιος οικονομικός παράγων. Έτσι ακαλλιέργητος που είναι ο κόσμος, το θεωρεί πολύ φυσικό να έχει τα προνόμια μια ορισμένη μειονότητα(...) Φαντάζεσαι τον κοσμάκη να συνεχίσει να ανέχεται την κατάσταση του από τη στιγμή πού θα συνειδητοποιήσει ότι είναι σε διανοητική θέση να απολαύσει τις τέχνες, όπως ο κάθε προνομιούχος αυτής τής κοινωνίας; Φυσικά όχι. Διότι αυτομάτως διαλύεται ο μύθος των ίσων ευκαιριών (...)'

-Συγγνώμη, είπε η Άρια, αλλά νομίζω ότι δραματοποιείτε τα πράγματα. Ιδιαιτέρως υπερβάλλετε στο ότι αφορά την φτώχεια των εργατών μας. Μη μου πείτε πως οι εργάτες, τουλάχιστο στη χώρα μας, δεν έχουν τα μέσα να πάνε σινεμά, θέατρο, κονσέρτο ή ότι δεν μπορούν να αγοράσουν δίσκους. Αφού το ξέρουμε όλοι πώς αγοράζουν. (...)

-Ακριβώς δεσποινίς, πετάχτηκε ο Ευαπούλας. Αφήστε με να σας εξηγήσω. (...) Ναι οι εργάτες μας δεν είναι τόσο φτωχοί στη χώρα μας, που είναι μια αναπτυγμένη χώρα σε σχέση με πάμπολλες άλλες (...) Ζουν καλά σε σχέση με τους εργάτες μιας υπανάπτυκτης χώρας αλλά καθόλου καλά σε σχέση με την προνομιούχο μειονότητα. Και εδώ μπαίνουν οι τέχνες σα φρένο τής εσωτερικής απελευθερώσεως. Ναι δίνουν κουλτούρα στον κόσμο, αλλά τη 'δική του' υποτίθεται κουλτούρα. Του δίνουν κουλτούρα πού περιορίζεται να του μιλά για τις δικές του μετριότητες, ενώ η άλλη η πραγματική κουλτούρα, τού μια για πράγματα που ψυχολογικά τα νιώθει εκατομμύρια έτη μακριά. Και δόστου 'δική του' κουλτούρα και δόστου 'δική του' και αυτομάτως, η άλλη δεν είναι δική του. Και σκέφτεται περίπου έτσι ο κόσμος: 'Αυτοί ακούν Μπετόβεν και πετούν σε άλλους κόσμους. Είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή τους κα ό,τι έχουν τούς αξίζει. Καταλαβαίνουν πράγματα πού δεν καταλαβαίνουμε εμείς. Αλλά και μεις είμαστε ευχαριστιμένοι διότι και μεις έχουμε τις τέχνες μας(...) έχουμε τους καλλιτέχνες μας, την κουλτούρα μας πού μας ενώνει όλους εμάς. Άσε τους άλλους να τούς ενώνει ο Μπετόβεν...' Έτσι περίπου μιλά ο κόσμος. Κάνει πώς δεν θέλει να γνωρίσει τον Μπετόβεν, αλλά στην πραγματικότητα φοβάται να μπει σε ξένα χωράφια. Δηλαδή, σε ξένο κοινωνικό περιβάλλον, όπου βρικολακιάζει η καημένη η κουλτούρα. Φέρτου όμως αυτή την κουλτούρα σπίτι του ' αυτό δεν είναι που θέλεις να πετύχεις αν γίνεις πολιτιστικός διευθυντής;- και κάνε τον να τη νοιώσει δική του. Τότε θα σκεφτεί κάπως έτσι: 'Αυτή είναι η δική μας κουλτούρα αλλά είναι και η δική τους. Άρα, εκείνοι και εμείς είμαστε εμείς. Έχουμε την ίδια κουλτούρα, μοιραζόμαστε τα ίδια αγαθά ΑΔΙΚΑ ΟΜΩΣ...'

Τα επιχειρήματα τού Ευαπούλα οδηγούν σε προβλέψεις απαισιόδοξες για το επαγγελματικό μέλλον του Βρωμόλαου (το σύστημα ή θα τον αφομοιώσει ή θα τον πετάξει). Όμως το παραμύθι ' που φυσικά μπαίνει σε πολύ περισσότερες λεπτομέρειες τής ερωτικής ιστορίας τού μέλλοντος και του παρόντος τής τέχνης ' δεν έχει ακόμη φτάσει στο τέλος του... Και ο Οικονόμου είναι όπως είπε αισιόδοξος, όχι βέβαια για το μέλλον της θέσης τού πολιτιστικού διευθυντή, αλλά της τέχνης.